Το παράδειγμα της συνεργασίας

Το παράδειγμα της συνεργασίας

Οι έννοιες “παράδειγμα συμμετοχής”, “παραγωγή συλλογικού έργου”, “συλλογή λόγων”, “συνεργασία”, εμφανίζονται στις προγραμματικές θέσεις των επιμελητών της ελληνικής συμμετοχής στην 9η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας για να τονίσουν την πρόθεση να ειδωθεί το εγχείρημα της έκθεσης ως μια ανοιχτή διαδικασία παραγωγής συλλογικού λόγου σε εξέλιξη. Δεν θα σταθώ στο παράδειγμα της συμμετοχής που υπονοεί ένα σχεδιασμό ανάπτυξης μη-ειδικών λόγων και ανάμιξης μη-επαγγελματιών σε ζητήματα τοπικότητας και αρχιτεκτονικής, αλλά στο παράδειγμα της συνεργασίας, δηλαδή στη δυνατότητα συγκρότησης μιας ομάδας ανθρώπων που μοιράζονται την εργασία και την εμπειρία και τη σωματική παρουσία για να επιτελέσουν κάτι που δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν μόνοι τους.

Τι είδους συνεργασία μπορεί να παράγει συλλογικό έργο; Πώς εκφράστηκε ένα παράδειγμα συνεργασίας σ’ αυτή την “ελληνική συμμετοχή”; Πώς μπορούμε να σκεφτούμε το παράδειγμα της συνεργασίας σ’ ένα πλαίσιο παραγωγής τέχνης και πολιτισμού που επιβάλλει εξαναγκασμένες και ηγεμονικές μορφές συνεργασίας; Η συζήτηση αυτή έχει νόημα, καθώς ενεργοποιεί την πολιτική διάσταση που υπάρχει όχι στο περιεχόμενο των λόγων αλλά στις σχέσεις ισχύος μέσα στις οποίες αυτοί παράγονται.

Σήμερα, διεθνώς, ενδιαφέρει η διερεύνηση μορφών συνεργασίας ως προϋπόθεση για την παραγωγή συλλογικών δραστηριοτήτων σ’ ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, σε καλλιτεχνικά έργα, οργάνωση εκθέσεων, ομαδικά σχήματα καλλιτεχνών και ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Τα τελευταία χρόνια, μια νέα γενιά επιμελητών στην Ευρώπη επιχειρεί ένα νέο μοντέλο εκθεσιακής πρακτικής βασισμένο στην επιτελεστικότητα (performativity), δηλαδή στην προγραμματική ανάδειξη μιας διαδικασίας επικοινωνιακών διαδράσεων ανάμεσα σε επιμελητές, καλλιτέχνες και κοινό, προς έργα ανοιχτά και εξελισσόμενα. Οι τάσεις αυτές των θεσμών έκθεσης της τέχνης επιχειρούν να δημιουργήσουν κοινούς πόλους παραγωγής μ’ ένα νέο πολύμορφο και μεταβαλλόμενο πεδίο διαλογικών και σχεσιακών καλλιτεχνικών πρακτικών. Τόσο οι καλλιτέχνες, όσο και οι επιμελητές συλλαμβάνουν το έργο τους ως προσιδιάζον–στο–τοπίο, συμβάν, εργαστήριο, κοινωνική διάδραση, ακτιβισμό, δηλαδή ως διαδικασία στο χρόνο, προγραμματικά ανοιχτή σε διαμορφώσεις που προέρχονται από διανθρώπινες δράσεις.

Οι παραδοσιακές ομαδικές εκθέσεις δεν είναι επιτελεστικές, γιατί απουσιάζουν ή αποκρύβονται οποιασδήποτε μορφής ανταλλαγές και διαδράσεις ανάμεσα στον επιμελητή, τον καλλιτέχνη και το κοινό. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες παράγει το έργο του, σε απόλυτη ανεξαρτησία από το έργο του άλλου, χωρίς να έχει εποπτεία του συνόλου. Τα ατομικά παραγόμενα αντικείμενα, όταν ολοκληρωθούν, εκτίθενται με την ευθύνη του επιμελητή στο κοινό. Οι συμμετέχοντες προσφέρουν έργο και εργασία, αλλά δεν έχουν λόγο στη διαμόρφωση και απόδοση των σημασιών του συνόλου. Με αυτή την έννοια, η ομαδική έκθεση δεν παράγει συλλογικό έργο, αλλά παράθεση ατομικών έργων. Συνεργασία εδώ σημαίνει ελεγχόμενη αποδοχή ρόλων και ιεραρχιών.

Αντίθετα, στις εκθέσεις που επικαλούνται την επιτελεστικότητα, το βασικό ζητούμενο δεν είναι τόσο το περιεχόμενο, όσο το πώς γίνεται ορατός ο ίδιος ο μηχανισμός της έκθεσης, πώς καθορίζονται οι τρόποι συνεργασίας και συμπαραγωγής. Το παράδειγμα της συμμετοχής μπορεί κάλλιστα να εκπέσει στο παράδειγμα της ψευδοσυμμετοχής, όπως αυτό κυριαρχεί σήμερα στις τέχνες της βιομηχανίας του θεάματος και στον τεχνο-φορμαλιστικό, εμπορευματοποιημένο κόσμο της τέχνης. Εδώ, αυτοί που προσκαλούνται να συμμετέχουν, περιορίζονται σε προκαθορισμένες και προβλέψιμες επιλογές και ρόλους, επιβεβαιώνοντας τεχνητές ανάγκες και ιεραρχίες. Ορισμένοι καλλιτέχνες σήμερα χρησιμοποιούν τη συμμετοχή και εργασία κοινωνικών ομάδων, για την αναπαραγωγή της προσωπικής τους ταυτότητας και θέσης στο σύστημα της αγοράς. Παράλληλα, στο διεθνή χώρο των εκθέσεων μετά το ‘90, αναδεικνύεται ένας νέος ηγεμονικός ρόλος, αυτός του μετα-επιμελητή, ή του επιμελητή-καλλιτέχνη, ο οποίος χρησιμοποιεί άλλους επιμελητές ή και καλλιτέχνες στο οργανωτικό σχήμα, αλλά και πλήθη συμμετεχόντων, για να φέρει εις πέρας μεγάλης κλίμακας επιτελεστικές εκθέσεις. Εδώ, όχι μόνο δεν καταλύονται οι παλαιότερες ιεραρχίες επιμελητή-καλλιτέχνη, αλλά ενισχύονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε για παράδειγμα στην έκθεση Utopia Station της περσινής Μπιενάλε Τέχνης της Βενετίας, συγκρατεί και συζητά κανείς την ομάδα των επιμελητών παρά το τεράστιο πλήθος των συμμετεχόντων καλλιτεχνών. Έτσι, μέθοδοι εργασίας που περιλαμβάνουν συμμετοχή, συνεργασία, συλλογική δράση, ενώ, ιστορικά, προήλθαν από καλλιτεχνικά κινήματα θεσμικής κριτικής που αμφισβήτησαν την καλλιτεχνική ταυτότητα, σήμερα αναδεικνύουν στην καλύτερη περίπτωση ένα μεταμορφωμένο «κοινωνιο-σικ» τοπίο συναίνεσης.

Σ’ αυτή τη Μπιενάλε, κυριαρχεί ένας υπερπροσδιορισμένος λόγος υπό τη μορφή ενός μηχανισμού που εμπεριέχει τις εννοιολογικές κατευθύνσεις των επιμελητών. Στο σχήμα αυτό, ένας μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων καλείται να προσφέρει δορυφορικούς λόγους. Ένας μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων προσκαλείται να συνεισφέρει στις θεματικές που οι επιμελητές έχουν ήδη καθορίσει πάνω στους τόπους. Ο ρόλος των συμμετεχόντων είναι να υποστηρίξουν τις έννοιες των επιμελητών, καθώς δεν τους παρέχεται κάποια δυνατότητα εμπλοκής στη διαδικασία διαμόρφωσης του επιμελητικού έργου. Αυτή η αντιστροφή ρόλων ανάμεσα σε επιμελητή και καλλιτέχνη δεν είναι μια ασυνήθιστη πρακτική στην εποχή του post-production. Αλλά σίγουρα δεν προσφέρει ένα νέο παράδειγμα ανοιχτής συνεργασίας, που στο προϊόν–έκθεση, θα αποδομούσε τις σχέσεις ηγεμονίας και θα παρήγαγε απρόβλεπτες τροπές λόγων.

Το παράδειγμα μιας ανοιχτής συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα της έκθεσης θα παρήγαγε διαδράσεις λόγων, πολλαπλασιασμό των νοημάτων, ανοιχτές αξιολογικές διεργασίες, αναπάντεχες τομές. Η παρουσία και μόνο, επιλεγμένων ανθρώπων και λόγων στους τόπους δεν εξασφαλίζει την επιτελεστικότητα, όπως δεν την εξασφαλίζει και η παρουσία επιλεγμένων έργων ζωγραφικής σε μια γκαλερί, ή ένα μουσείο. Ωστόσο, ας υποθέσουμε ότι στο περιθώριο των ομιλιών, στο φαγητό, στα πούλμαν, σε εγκαταλειμμένους οικισμούς, υπήρξαν ανταλλαγές, συσχετίσεις, διάλογοι. Αυτές δεν καταγράφονται ή αν καταγράφονται δεν παρουσιάζονται. Αυτό που ζητείται, καταγράφεται και παρουσιάζεται σε προθήκες και εκδόσεις, είναι τα κείμενα στην επίσημη, γραπτή και όχι προφορική εκδοχή τους. Ορισμένα μάλιστα κείμενα απλώς αποστέλλονται.

Τότε όμως βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν εκθεσιακό κόσμο λόγων-αντικειμένων, που σημαίνει ότι η επιτελεστικότητα έχει εξ’ αρχής συλληφθεί και αποκτά νόημα μέσα σ’ ένα θεσμικό περιβάλλον αναπαραγωγής της. Η τεκμηρίωση μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο αυτονομείται από το συμβάν που τεκμηριώνει, και αποκτά, μέσω του τόπου εγκατάστασής της, την αίγλη της τεκμηρίωσης τέχνης. Κι’ εδώ, όμως, οι επιμελητές, είτε αναπαράγουν συμβάντα, είτε ταξινομούν σταθερά κείμενα, υπογράφουν τις σημαίνουσες πρακτικές συλλογής και οργάνωσης του υλικού, αναδεικνύουν και αξιολογούν. Επιστρέφουμε στο γνώριμο κόσμο της αναπαράστασης, όπου σημασία έχει το αποτέλεσμα και όχι η διαδικασία. Σε αντίθεση όμως με την παραδοσιακή ομαδική έκθεση, εδώ οι συμμετέχοντες δεν έχουν δυνατότητα εμπλοκής στην εκθεσιακή διαδικασία. Γιατί άλλωστε, το κάθε ένα παράδειγμα, δεν έχει σημασία παρά στο βαθμό που επιβεβαιώνει τη γενική παραδειγματική του αναφορά. Αυτό μπορεί να επιτρέπει ακόμα και να μην τηρούνται οι βασικές προϋποθέσεις της ομαδικής έκθεσης, που είναι η ισότητα ανάμεσα στους συμμετέχοντες και η ισότιμη παρουσίαση του έργου τους στα σταθερά μέσα έκθεσης, στις εκδόσεις, κ.λπ.

Δεν έχει νόημα να επικαλείται κανείς το παράδειγμα της συμμετοχής και της συνεργασίας, όταν δεν προσβλέπει σε μια διαφορετική μέθοδο παραγωγής, που να αντιπαραθέτει την πολιτική της διαφοράς στη διατήρηση κλειστών ηγεμονικών σχημάτων. Ωστόσο, η επίκληση της συλλογικότητας βάζει σε όλους τους συμμετέχοντες το καθήκον να επερωτούν σε όλα τα στάδια του έργου τους όρους συνεργασίας, τους ρόλους και τις σχέσεις ισχύος. “Σ’ ένα περιβάλλον ελεύθερης συνεργασίας, γράφει ο γερμανός θεωρητικός Christoph Spehr, αντιδιαστέλλοντας την ελεύθερη από την εξαναγκασμενη συνεργασία, οι συμμετέχοντες είναι ελεύθεροι και ίσοι. Μπορούν να διαπραγματεύονται κάθε στιγμή τους όρους της συνεργασίας. Αλλάζουν τους όρους, χρησιμοποιώντας την υλική δύναμη να αρνούνται να συνεργάζονται, να περιορίζουν τη συνεργασία τους, να παίρνουν πίσω αυτό που έκαναν για τη συνεργασία, φτιάχνοντας συνθήκες κάτω από τις οποίες θα ήθελαν να συνεργαστούν, ή αποχωρώντας από τις συνεργασίες.” Αυτή είναι η μόνη διαπραγμάτευση που ακόμα και τώρα μπορεί να αποδομήσει ηγεμονικά σχήματα σε μια κινητικότητα συσχετίσεων.

Η συνεργασία δεν είναι το μέσον για καλλιτεχνική επιτέλεση, αλλά η ίδια η επιτέλεση.




Pages

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 19 other followers


%d bloggers like this: