Διαδραστικές μοντερνικότητες, νέες τοπικότητες

Διαδραστικές μοντερνικότητες, νέες τοπικότητες

Βλέπουμε τον πολιτισμό και την παρέμβαση στον πολιτισμό, ως ένα ευκίνητο αστερισμό ανθρώπων, πρακτικών συνδέσεων και αντικειμένων που εμφανίζονται, όταν διαφορετικές γνωστικές περιοχές, ιστορίες και απόψεις συσχετίζονται η μία με την άλλη σε ένα παγκόσμιο πολιτισμικό χώρο.
(Raqs Media Collective)

Επαναπλαισιώσεις της τοπικότητας

Το εργαστήριο «Διατόπια: διανύοντας το τοπίο, παράγοντας δίκτυα τόπου» χρησιμοποίησε τα μέσα της άτυπης εκπαίδευσης και διαδικτυακές πρακτικές τέχνης για να διερευνήσει ζητήματα αναπαράστασης των ταυτοτήτων του τοπίου την εποχή της πληροφοριακής παραγωγής.1 Η ομάδα εργασίας (καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και φοιτητές) εγκαταστάθηκε για μια εβδομάδα στη Στεμνίτσα, έναν απομακρυσμένο οικισμό της Αρκαδίας, όπου και εργάστηκε δοκιμάζοντας προσωπικούς τρόπους αναπαραγωγής του τοπίου και κυρίως θέτοντάς τους σε επικοινωνιακές αναδράσεις με απόμακρους συμμετέχοντες στο χώρο του διαδίκτυου. Διερευνήθηκε σε μικρή κλίμακα και πειραματικά η χρήση του διαδικτυακού χώρου ως χώρου που, εξ’αιτίας της ιδιαίτερης συνθήκης παραγωγής και διανομής της πληροφορίας, μπορεί να παρέχει διαφορετικά μοντέλα πραγμάτευσης της τοπικότητας. Η διαφορετική προσέγγιση έγκειται στην επαναπλαισίωση της τοπικότητας, δηλαδή στην άμεση πλαισίωση της τοπικής πληροφορίας σε διαφορετικές τοπικότητες, καθώς αυτή προσλαμβάνεται και επανεκπέμπεται από τους υπερτοπικούς παρατηρητές. Η επαναπλαισίωση αυτή είναι σημαντική καθώς μπορεί να κινητοποιεί μηχανισμούς κατανόησης και κριτικής του τόπου που δεν μπορούν να παραχθούν με τις παραδοσιακές αναπαραστατικές μορφές. Η επαναπλαισίωση είναι δυνατή επειδή η πληροφορία δεν είναι αναλογική και δεν υπόκειται στους παραδοσιακούς τρόπους συγγραφής και μετάδοσης. Τα ψηφιακά αντικείμενα στο χώρο του ίντερνετ κατασκευάζουν εξ’ ορισμού ανοιχτά αρχεία δεδομένων που μπορούν στιγμιαία να αναπαραχθούν, να αντιγραφούν, να αναδομηθούν. Ένας διαδικτυακός μηχανισμός που ορίζει κάποιου είδους χώρο άμεσης ανταλλαγής της πληροφορίας λειτουργεί ως κοινωνική πλατφόρμα συνάντησης. Θέτει σε αμφισβήτηση τις υπάρχουσες δομές του συγγραφέα, του κοινού και των θεσμών, και κυρίως επιτρέπει πρόσβαση και ανταλλαγή εκτός της δικαιοδοσίας του κράτους και ίσως εκτός των πιέσεων της αγοράς. Η σύσταση ενός τέτοιου διαδικτυακού δημόσιου χώρου (digital commons)2 αναδεικνύει τη σημασία των υπερτοπικών διαδράσεων για την παραγωγή νέων τοπικοτήτων. Η αισθητική ή και πολιτική εμβέλεια ενός μικρο-δικτύου, όπως το Διατόπια, έγκειται όχι τόσο στους μεμονωμένους λόγους που αναπτύσσονται εντός του, αλλά στη δυνατότητα του υπό διαμόρφωση «ζωντανού αρχείου» του να επιτρέπει πολλαπλές και απρόβλεπτες διακυμάνσεις ανάμεσα στις τοπικότητες και τη γνώση που διακινείται.

Τοπίο: από την εδαφικότητα στη ροή
Θα πρέπει να δούμε ανάλογες πολιτισμικές και καλλιτεχνικές πρακτικές τοπικής παρέμβασης σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο καινοφανών, μεγάλης κλίμακας διαδράσεων σε αλληλεπιδρώμενες περιοχές της οικονομίας, της τεχνολογίας, του πολιτισμού και των ιδεών. Διασπορά, αποεδαφικοποίηση, ακανονιστία των δεσμών ανάμεσα στα έθνη, στις ιδεολογίες και στα κοινωνικά κινήματα: Οι αλλαγές που συμβαίνουν είναι εξαιρετικά σύνθετες και δεν μπορούν εύκολα να εξηγηθούν με τα θεωρητικά εργαλεία της μοντέρνας κοινωνικής επιστήμης3. Οι έννοιες του κέντρου και της περιφέρειας, στενά συνδεδεμένες με την ιστορία της αποικιοκρατίας και πολιτισμικής ηγεμονίας της Δύσης, δεν μπορούν να περιγράψουν τις σημερινές σχέσεις της νέας παγκόσμιας πολιτισμικής οικονομίας. Προκειμένου να διερευνήσει τις κατασκευές φαντασιακών κόσμων που βιώνονται ανά την υφήλιο, ο Arjun Appadurai έχει προτείνει ορισμένες θεμελιώδεις διαζεύξεις ανάμεσα στην οικονομία, τον πολιτισμό και την πολιτική, σ’ ένα σχήμα παγκόσμιων, αλληλεξαρτώμενων πολιτισμικών ροών, που ονομάζει εθνοτοπία, μιντιατοπία, τεχνοτοπία, οικονομοτοπία και ιδεοτοπία. Η έννοια του τοπίου εδώ υπονοεί ότι πρόκειται για «βαθιές προοπτικές κατασκευές, που διακυμαίνονται από την ιστορική, γλωσσική και πολιτική κατάσταση διαφορετικών ηθοποιών: του κράτους-έθνους, πολυεθνοτήτων, κοινοτήτων της διασποράς και υποεθνικών ομάδων και κινημάτων, (θρησκευτικών, πολιτικών ή οικονομικών) ακόμα και πιο εσωτερικών πρόσωπο-με-πρόσωπο ομάδων, όπως χωριά, γειτονιές και οικογένειες».4 Εθνοτοπία και μιντιατοπία, η μετανάστευση και τα μίντια, η μετακίνηση ανθρώπων και η διακίνηση πληροφορίας αποτελούν δύο βασικές ροές που επιδρούν σε πρωτοφανή κλίμακα και ταχύτητα διεθνώς στην πολιτική, στις κοινωνικές σχέσεις και στην κατασκευή συλλογικών φαντασιακών ταυτοτήτων. Τα τοπία συλλαμβάνονται εδώ ως ασυνεχείς, ασταθείς ροές: η σύγχρονη ανθρωπολογία και οι κοινωνικές επιστήμες συνέβαλαν σ’ αυτή την ανανέωση της έννοιας του τοπίου, από σταθερή, ολιστική, εδαφική, προσδιορισμένη με όρια αναπαράσταση, σε ροή, επικοινωνία, περίσταση (context), διάδραση και συνάντηση ανθρώπων και τόπων.

Παραγωγή νέων τοπικοτήτων
Η παραγωγή νέων τοπικοτήτων είναι σήμερα σημαντικό ζητούμενο, καθώς σε μικρο-τόπους, πόλεις και χωριά, βιώνουμε ακριβώς την οντολογική αποδυνάμωση της τοπικότητας, ως ιδιότητας κοινωνικής ζωής, με φαινόμενα διάσπασης των κοινωνικών συνεκτικών δεσμών, εθνοτικών ομαδοποιήσεων, κοινωνικού αποκλεισμού, συρρίκνωσης και ιδιωτικοποίησης του δημόσιου χώρου. Η έννοια της τοπικότητας (και με τοπικότητα εννοούμε δομές συναισθήματος, μνήμης, κοινωνικής ζωής) δεν είναι κάτι δεδομένο, χωρικά προσδιορισμένο και ομοιογενές, μια διαχρονική έννοια, αλλά μια εφήμερη κατασκευή που η παραγωγή της σήμερα εξαρτάται από ακανόνιστες διαδράσεις ανάμεσα στις οικονομικές ροές, στο έθνος-κράτος και στις ηλεκτρονικές κοινότητες. Ενώ για το έθνος-κράτος η ρητορική της τοπικότητας εκφέρεται από μορφές νοσταλγίας, επετείων και μνημείων, νεότερες καλλιτεχνικές πρακτικές είναι δυνατό να προσφέρουν νέους τρόπους συμμετοχής στην παραγωγή της τοπικότητας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις νέες διαπολιτισμικές ταυτότητες που δημιουργούνται στην πόλη και στα δίκτυα που την διασχίζουν, τις διαφορετικές συλλογικές μορφές κίνησης της φαντασίας. Η τέχνη, εκτός από παραγωγή αντικειμένων, μπορεί σήμερα να παρέχει δυνατότητες πολιτικής ενεργοποίησης των τόπων, να λειτουργεί ως κριτική δραστηριότητα για τη δημιουργία δημόσιας σφαίρας. Η έννοια του δημόσιου, όπως απαντάται στην ιστορία της δημόσιας τέχνης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, δεν αναφέρεται τόσο στον τόπο, όσο στον τρόπο παρέμβασης: στις διαδικασίες συμμετοχής και στην οργάνωση χώρων διαλόγου.5 Κάθε τοπική παρέμβαση επιδρά άμεσα στην παγκόσμια σκηνή και αναπροσδιορίζει τις σχέσεις παγκόσμιου-τοπικού. Σ’ ένα τέτοιο διασυνδεμένο πλαίσιο είναι σημαντικό να δούμε με ποιους τρόπους οι τοπικές παρεμβάσεις τέχνης μπορούν να αναπτύσσουν πρακτικές συσχέτισης (relational)6 και συνεργασίας και πώς μπορούν να απορρυθμίζουν τις σχέσεις τοπικού-παγκόσμιου που σήμερα κυριαρχούνται από τις κατασκευές φαντασιακού της «υψηλής κουλτούρας» και των επιχειρήσεων επικοινωνίας και μαζικής αναψυχής.

To δίκτυο των παγκόσμιων εκθέσεων
Ας δούμε το τοπίο της τέχνης σήμερα. Τέχνη σήμερα διακινείται, εκτίθεται και παράγεται σε δίκτυα μεγάλων διεθνών καλλιτεχνικών εκθέσεων. Μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη σκηνή τέχνης, κυριαρχεί ένα νομαδικό μοντέλο παραγωγής: έργα, καλλιτέχνες, επιμελητές μετακινούνται συνεχώς σε πόλεις του κόσμου όπου διοργανώνονται μεγάλες διεθνείς εκθέσεις: μπιενάλε, τριενάλε κ.λπ. Μέσω των μεγα-εκθέσεων, επιμελητές-καλλιτέχνες διακινούν προϊόντα διεθνών καλλιτεχνών-σταρ σε πολλές διαφορετικές τοπικές σκηνές. Ανεξάρτητα από το είδος των έργων που στεγάζουν, οι παγκοσμιοποιημένες εκθέσεις αποτελούν μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις στα τοπία των πόλεων, ανάλογες των θεματικών πάρκων και των θεαματικών αθλητικών γεγονότων. Μεγάλος αριθμός επισκεπτών καταναλώνει γεγονότα και προϊόντα πολιτισμού μετακινούμενος από πόλη σε πόλη. Το μοντέλο αυτό της παγκόσμιας εξάπλωσης της αγοράς της τέχνης φανερώνει μια πρωτόγνωρη επίδραση του συστήματος της τέχνης στην εικόνα της πόλης και στη δυναμική ανάπτυξής της. Κατά τη διάρκεια των εκθέσεων, η πόλη ζει μέσα στη λαμπρότητα του γεγονότος, αλλά είναι αμφίβολο αν δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση διαφορετικών παικτών στους πιο σκοτεινούς της τόπους. Οι χώροι των μεγα-εκθέσεων παράγουν μια «μνημειακή» εμπειρία δημόσιου χώρου που ίσως δεν διαφέρει από τους υπερσχεδιασμένους χώρους δημόσιας πρόσβασης της πόλης. Είναι αμφίβολο αν το σύστημα των παγκόσμιων εκθέσεων μπορεί να παράγει δημόσια σφαίρα.7

Κέντρο και περιφέρεια
Η ιλιγγιώδης αύξηση του αριθμού των μπιενάλε ανά τον κόσμο φαίνεται ότι δεν αυξάνει τη διάδραση διαφορετικών μοντερνικοτήτων, καθώς οι δυτικοί θεσμοί ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τον ορισμό και τα όρια της σύγχρονης τέχνης. Με ανάλογο τρόπο, δεν αλλάζουν τα κριτήρια επιλογής καλλιτεχνών: συνήθως οι ίδιοι καλλιτέχνες ανακυκλώνονται στις διαφορετικές εκθεσιακές σκηνές, τροφοδοτώντας ένα ελεγχόμενο πεδίο εικαστικής γλώσσας. Στα θεσμικά αυτά δίκτυα παραμένει ισχυρός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια: η περιφέρεια αγωνιά να ενταχθεί σε μια ήδη διαμορφωμένη πολιτισμική αγορά, προσφέροντας στην καλύτερη περίπτωση «νέα» προϊόντα που «αντανακλούν» δοκιμασμένους επιμελητικούς, κριτικούς και εμπορικούς λόγους (αυτός είναι ο ρόλος διοργανώσεων όπως η πρόσφατη έκθεση “Outlook”). Η προβολή μιας άλλης μοντερνικότητας στις τοπικές σκηνές τέχνης σημαίνει την οργάνωση διαφορετικών θεσμικών υποδομών εκπαίδευσης και παραγωγής, άλλων μοντέλων διαχείρισης, άλλων δικτύων εκπομπής στο διεθνή χώρο, κ.α.

Μπορεί να συζητήσει κανείς εδώ δύο παραδείγματα μεγάλων εκθεσιακών διοργανώσεων που επιχείρησαν με διαφορετικό τρόπο η καθεμία να αναπτύξουν επιμελητικούς λόγους κριτικής απέναντι στην ηγεμονική ιδεολογία των θεσμών τέχνης και στο κυρίαρχο μοντέλο εκθέσεων (βασισμένο στην παράδοση του «λευκού κύβου») προβάλλοντας πολυκεντρικές στρατηγικές που αναγνωρίζουν πολλαπλές κουλτούρες και διατοπικές συνεργασίες. Ο  Νιγηριανός Okwui Enwezor, επιμελητής της Ντοκουμέντα 11 στο Κάσσελ (2002), άνοιξε ένα πεδίο δημόσιων διατοπικών συζητήσεων, που ονόμασε πλατφόρμες, σε διαφορετικές πόλεις της περιφέρειας (Λάγος, Νέο Δελχί, Βερολίνο, Βιέννη, Αγ. Λουκία) με αναδράσεις πολλών διαφορετικών περιοχών γνώσης, γύρω από το ζήτημα της δημοκρατίας, της μνήμης, των σχέσεων του τοπικού με το παγκόσμιο. Το δεύτερο παράδειγμα είναι η Μπιενάλε της Γκουανγκζού (2002) στη Νότιο Κορέα που επιμελήθηκε μεταξύ άλλων ο ανεξάρτητος επιμελητής Hou Hanrou. H Μπιενάλε της Γκουανγκζού μπορεί να συζητηθεί στο πλαίσιο μιας σειράς «μη-δυτικών», περιφερειακών μπιενάλε, όπως του Γιοχάννεσμπουργκ και της Σαγκάης, που επιχείρησαν να παρεκκλίνουν από τα δυτικά εκθεσιακά πρότυπα, αναπτύσσοντας εναλλακτικές προτάσεις διαφορετικών μοντερνικοτήτων, με σκοπό την ανάδειξη νέων «πολυκεντρικών» πυρήνων στον παγκόσμιο πολιτισμικό χάρτη. Η προσέγγιση του Hou Hanrou βασίστηκε στις έννοιες της δικτύωσης, της «εφήμερης αυτόνομης ζώνης»8 και του Do it Yourself, οργανώνοντας και παραχωρώντας έναν χώρο ανταλλαγής /παραγωγής σε ανεξάρτητες καλλιτεχνικές κοινότητες και εναλλακτικά σχήματα που δραστηριοποιούνται με δημόσιες δράσεις στα περιβάλλοντα των εκρηκτικά αναπτυσσόμενων πόλεων της Ασίας (Bangkok, Taipei, Guangzhou, Beijing, Hong Kong, κ.α.)

Aνεξάρτητα δίκτυα παρέμβασης
Συνδέει και βάσιμα κανείς σήμερα τις παγκοσμιοποιημένες επιχειρήσεις των μεγα-μουσείων και των μεγάλων καλλιτεχνικών διοργανώσεων με τον έλεγχο της εικαστικής γλώσσας, την πολιτική του αποκλεισμού, τη διατήρηση του διπόλου κέντρου-περιφέρειας, ίσως και την αφομοίωση των διαφορετικών και ανεξάρτητων κριτικών χώρων και δικτύων. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι οι θεσμοί έκθεσης της τέχνης βρίσκονται σε μια κατάσταση διαμόρφωσης ως προς τον κοινωνικό τους ρόλο, τη σχέση με τη δημόσια σφαίρα αλλά και το είδος των δραστηριοτήτων τους. Μπορούν να ενσωματώνουν πολύ διαφορετικές πολιτικές τάσεις και διαφορετικού βαθμού αντιστάσεις σε ζητήματα ισχύος, όπως δείχνουν και τα παραπάνω παραδείγματα.

Αναζητώντας μοντέλα κριτικής παρέμβασης που να δημιουργούν εναλλακτικούς πόλους διάδρασης στην διεθνή σκηνή, θα πρέπει να επιμείνουμε στη συγκρότηση αυτόνομων δικτύων που μπορούν να δρουν τοπικά, κατασκευάζοντας προσωρινά ελεύθερες δημόσιες σφαίρες. Ενώ πολλοί κριτικοί και επιμελητές επιμένουν ότι δεν υπάρχει τέχνη «έξω» από τους θεσμούς, και ενώ η θεσμική κριτική9 έχει προ πολλού απωλέσει τη ριζοσπαστική αιχμή της, είναι δυνατό και αναγκαίο να επεξεργαστούμε τρόπους ανάπτυξης ανεξάρτητων δικτύων καλλιτεχνικής παραγωγής και διανομής. Προς αυτή την κατεύθυνση προτείνω να σκεφτούμε τις αλλαγές στους τρόπους οργάνωσης και δράσης που έχουν επιφέρει οι τέχνες των νέων μέσων (new media art) και ειδικότερα οι διαδικτυακές πρακτικές (networking) που βασίζονται σε έννοιες δικτύωσης, συλλογικής συγγραφής, ανοιχτής πηγής (open source). Αναφέρομαι εδώ στο σχετικά αγνοημένο από τους κριτικούς πεδίο καλλιτεχνικών πρακτικών στο διαδίκτυο, όπου από το μέσον της δεκαετίας του ’90 συζητώνται και αναπτύσσονται εκκεντρικές μορφές συλλογικής συγγραφής και κατασκευής κοινότητας.10 Οι κοινότητες αυτές λειτουργούν σε διαδικτυακές πλατφόρμες συζήτησης και ανταλλαγής έξω από τους μηχανισμούς ελέγχου της τέχνης, στα όρια μεταξύ τέχνης και ακτιβισμού11 Χαρακτηρίζονται από την επιμονή στη διερεύνηση μιας διαδικτυακής δημόσιας σφαίρας που θέτει σε αντιπαράθεση διαφορετικές κουλτούρες και λόγους και επιχειρεί να διοχετεύει ιδέες, γνώμες, κοινωνικούς δεσμούς και δράσεις στον πραγματικό χώρο.12 Με αυτή την έννοια, δεν κατασκευάζουν ένα φαντασιακό, εικονικό σύμπαν, αλλά συσχετίζονται άμεσα με το δημόσιο χώρο της πόλης και με τον πραγματικό κοινωνικό ιστό. Έχουν ήδη αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε την συγγραφή, τη συνεργασία, την αυτοοργάνωση. Τα δίκτυα αυτά μπορούν να απορροφώνται από μεγάλα μουσεία και ιδρύματα,13 ωστόσο, παραμένουν τα μόνα ισχυρά παραδείγματα για το πώς μπορεί κανείς σήμερα να εργαστεί και να συνεργαστεί με μεγάλο βαθμό αυτονομίας απέναντι σε μια όλο και πιο ομοιογενή παγκόσμια αγορά τέχνης. Η αυτονομία και η διαδικτυακή αυτοοργάνωση φαίνεται να είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη εναλλακτικών πολιτισμικών γεωγραφιών της παγκοσμιοποίησης.

[Εισήγηση, DoCoMoMo, Πάτρα, 2004.]

Λεζάντες φωτογραφιών:
και για τις 4 φωτογραφίες:
Διατόπια, 2003 (αποσπάσματα από το διάλογο στη διαδικτυακή ταχυδρομική λίστα).

Σημειώσεις

1 Το εργαστήριο και έργο σε εξέλιξη «Διατόπια. Διανύοντας το τοπίο, παράγοντας δίκτυα τόπου» οργανώθηκε από το Εργαστήριο Εικαστικών Τεχνών του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών, με πρωτοβουλία των εικαστικών Δήμου Δημητρίου και Πάνου Κούρου και τη συμμετοχή της εικαστικού Βάντας Χαλυβοπούλου. Πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2003 στη Στεμνίτσα Αρκαδίας, διαδικτυακά και στη γκαλερί GazonRouge στην Αθήνα. Το Δεκέμβριο του 2003, με πρόσκληση του Israeli Centre for Digital Art, το Εργαστήριο πραγματοποιήθηκε εκ νέου σε δύο πόλεις ταυτόχρονα, στην Πάτρα και στο Χόλον του Τελ Αβίβ. (http://diatopia.cti.gr/backup/diatopia/index.htm)
2 Για την έννοια του Digital Commons βλ. Raqs media collective and Geert Lovink, eds. Sarai Reader 2001: The Public Domain. 2001.
3 Βλ. Appadurai, Arjun. Modernity at Large, Cultural Dimensions of Globalization. Minneapolis: University of Minnesota Press, 1996.
4 Ibid, σ. 33.
5 Από την εκτενή βιβλιογραφία ενδεικτικά βλ. Felshin, Nina ed. But is it Art? The Spirit of Art as Activism. Seattle, 1995, Deutsche, Rosalyn. Evictions: Art and Spatial Politics. Cambridge, MA: MIT Press, 1996, Kwon, Miwon. One Place after Another: Site-Specific Art and Locational Identity. Cambridge, MA: The MIT Press, 2002.
6 Για την έννοια της συσχέτισης στη σύγχρονη τέχνη βλ. Bourriaud, Nicolas. Esthétique relationelle. Paris: Les presses du réel, 2001.
7 Είναι σκόπιμο να διαχωρίσουμε εδώ τους χώρους δημόσιας πρόσβασης από το δημόσιο χώρο που παράγεται από συγκεκριμένες ανθρώπινες πρωτοβουλίες και χρήσεις.
8 Bλ. Bey, Hakim. Τ.Α.Ζ. : Η προσωρινή αυτόνομη ζώνη. Αθήνα: Futura, 1998.
9 Ο όρος θεσμική κριτική αναφέρεται σε πρακτικές τέχνης που από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 διερευνούν κριτικά το πλαίσιο λειτουργίας των θεσμών τέχνης. Συνδέεται με το έργο καλλιτεχνών όπως οι Marcel Broodthaers, Hans Haacke, Daniel Buren, Michael Asher, Μartha Rosler.
10 Βλ. Brea, Jose Luis. Online Communities: Experimental Communication in the Visual Diaspora, στο: Mosquera, Gerardo & Jean Fisher, ed. Οver Here: International Perspectives on art and culture. New York: New Museum of Contemporary Art, 2004.
11 Βλ. εδώ τη θεωρητική συγγένεια της net.art με τις έννοιες της θεσμικής κριτικής (Institutional Critique) και των Τακτικών Μέσων (Tactical Media).
12 Ο Arjun Appadurai σημειώνει ότι είναι απλουστευτική η προβαλλόμενη αντίθεση ανάμεσα στις τοπικές και ηλεκτρονικές κοινότητες, εφόσον οι τελευταίες «μπορούν να κινητοποιούν ιδέες, γνώμες, χρήμα, και κοινωνικούς δεσμούς, που συχνά άμεσα ρέουν πίσω σε ζωντανές γειτονιές με τη μορφή ροών χρήματος, όπλων για τοπικούς εθνικισμούς και υποστήριξη διαφόρων θέσεων σε υψηλά τοπικές δημόσιες σφαίρες.» Βλ. ibid., σ. 195.
13 Βλ. π.χ. την έκθεση Νet.condition στο ΖΚΜ (Karlsruhe) ή τις εκθέσεις του Walker Art Center (Minneapolis).




Pages

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 19 other followers


%d bloggers like this: