Urban Void: Action as Managing of Forms of Collectivity

Urban Void: Action as Managing of Forms of Collectivity

Beginning with Michel de Certeau’s comparison of the act of walking in the city with speech acts,1 let us consider the movement of the body in Urban Void’s actions as verbal performances in urban space that never crystallize into a written text, and which produce a sort of fluid mnemotechnic2 which corresponds to the open possibilities of empty spaces. Thus, in contrast with the methods of similar art collectives like the Stalker Laboratory, whose interventions involve recording, documenting and soon after reproduction, Urban Void’s work unfolds exclusively in action time. The group’s insistence on rejecting any reproduction or reformulation of its actions means that Urban Void’s activities operate beyond the institutional context of art and without the support of curators, galleries and museums. This persistence produces a particular focus on the social time and space of the action, an effect that is also maintained by the intensely improvisatory nature of the preparations. In other words, the emphasis is on flowing oral narratives produced in situ, as the disposition/transposition of the body meets the social body of the latent city: micro-events, juxtapositions and exchanges that are recorded in the memory of passers-by, rather than frozen in a stable monumental art structure: in an object, an exhibition or a book.
If it really is a programmatic, political act, this detachment from the world of art and the limited art public, shifts both the significance and range of intervention entirely into the public sphere, which is to say to all different social groups and individuals associated with the place. When Ι describe public spaces as voids, Ι do not mean places excluded from human narratives, but on the contrary, places that are already, even for a short time, inhabited by different (sometimes marginal) groups, and have thus retained their freedom and openness as fields of potentiality and transformation. In today’s new social conditions of urban ‘ethno-scapes’, urban voids may be seen as anarchic islets of friction between memory and desires; heterochronous pockets for the reception of unforeseeable stories, where no text, no canon —whether urban-planning or art related — holds sway.
While autonomous artistic practice give priority to the artist’s discourse, and considers urban voids as exhibition space, urban enunciations bring with them a specific potential: the creation of conditions allowing interaction with the Other, as well as permitting the co-enunciation of the Other’s multiple narratives. This potential subverts the manner in which we have until now approached the economics of the artwork and the creative process. It subverts the paradigm of a work — whether it be an object, or actions and concepts —  that is a priori conceived as expressive content by the artist or group of artists, and then “installed” in the public sphere. Instead, it proposes an open-ended work whose form depends on the imaginary horizon of interpersonal actions and reactions.3 The work is not installed in empty space, but is negotiated and modified within the context of the fluctuating, multiple and contradictory verbal enunciations that haunt the void. In this sense, it does not produce a closed collection of forms, nor a final product that can later be decoded and displayed as an art product — e.g. as body action, or event in space; rather, it produces living archives of exchange with the Other, agreements and conflicts between subjectivities, that re-introduce the actual circumstances of the urban void into the level of the symbolic. Urban Void’s role at this point would be to administer every possible way of bringing the inhabitants into contact with hypotheses/ ideas/ actions. These ways and the co-enunciations/ collaborations/ conflicts they produce, will ultimately serve as paradigmatic inhabiting of the urban void.
We can be certain that the historically formed by the romantic ideal of personal expression, enunciation of a discourse or action in public space, can no longer produce common points of reference in the multi-ethnic, hybrid landscapes of the metropolis. Just as local action, too, cannot produce common points of reference, ignoring the fact that new localities are the product of proximity and contrast with the Other: with the hyper-local. The shift from the idealistic framework of one-way actions to the management of forms of collectivity is a political position of particular importance for the redefinition of public art in the context of today’s transformations of the city, politics, and the concept of community. It is strategic resistance to the spectacular, commercial dimension of art that is globally recycled by means of exhibitions, focusing not on the creation of new languages — as the politically radical art of Modernism demanded — but on the organization of a micro-space of freedom, on maintaining a ‘social void’, where a new utopia of communication may be realized through art. In the hyper-national and cross-cultural realities of contemporary cities, where social rupture, entrenchment against otherness, crisis of national and historical identity, and the privatization of public space are ever more common phenomena, the problem faced is that of imagining the open city as an immediate, fluid, uncertain, hybrid space for the co-enunciation of human narratives. And how to provide a platform for that.

1. See Michel de Certeau, The Practice of Everyday Life, London: University of California Press, 1988.
2. See Panos Kouros, “Mnemeden: a net.performance of mnemonic conceptions”, in Sky Art Conference, M.I.T., Cambridge, Mass., 2004, p. 186-189.
3. For more on the concept of interpersonal actions as a new poetic principle, see Dimos Dimitriou, Art after the networks communication media, http://www.idea.org.uk/cfront/workshop/dimos/art_after_the_networks.htm

Αστικό Κενό: η δράση ως διαχείριση μορφών συλλογικότητας

Με αφετηρία τη σκέψη που διατυπώνει ο Μichel de Certeau, συγκρίνοντας την πράξη του περπατήματος στο χώρο της πόλης με την προφορική εκφορά του λόγου,1 ας θεωρήσουμε τις μετακινήσεις σώματος στις δράσεις του Αστικού Κενού ως προφορικές επιτελέσεις στον αστικό χώρο που ποτέ δεν αποκρυσταλλώνονται σε γραπτό κείμενο, παράγοντας ένα είδος ρευστής μνημοτεχνικής,2 αντίστοιχο με το ανοιχτό πεδίο δυνατοτήτων των κενών χώρων. Έτσι, σε αντίθεση με τις μεθόδους ανάλογων καλλιτεχνικών ομάδων όπως το Εργαστήριο Stalker, όπου η καταγραφή, τεκμηρίωση και σε ύστερο χρόνο αναπαραγωγή είναι ουσιαστικά στοιχεία των παρεμβάσεων, το έργο του Αστικού Κενού ξεδιπλώνεται αποκλειστικά και μόνο μέσα στο χρόνο της δράσης. Χαρακτηριστική είναι η εμμονή στην άρνηση αναπαραγωγής ή επαναδιατύπωσης των δράσεων, με αποτέλεσμα τα ενεργήματα του Αστικού Κενού να λειτουργούν έξω από το θεσμικό περιβάλλον της τέχνης και χωρίς την υποστήριξη επιμελητών, γκαλερί, μουσείων. Η εμμονή αυτή παράγει μια ιδιόμορφη εστίαση στον κοινωνικό χώρο και χρόνο της δράσης που ενισχύεται και από τον έντονα αυτοσχέδιο τρόπο προετοιμασίας της. Η έμφαση είναι με άλλα λόγια στις προφορικές, ρέουσες αφηγήσεις που παράγονται in situ, καθώς η διάθεση/μετάθεση του σώματος συναντά το κοινωνικό σώμα της λανθάνουσας πόλης: μικρογεγονότα, αντιπαραθέσεις, ανταλλαγές που εγγράφονται στη μνήμη των περαστικών αλλά δεν παγιώνονται σε κάποια σταθερή μνημειακή δομή τέχνης, σε αντικείμενο, έκθεση ή βιβλίο.

Η απομάκρυνση αυτή από τον κόσμο και από το περιορισμένο κοινό της τέχνης, αν είναι πράγματι μια προγραμματική, πολιτική ενέργεια, τότε μεταθέτει το βάρος και την εμβέλεια της παρέμβασης εξ’ ολοκλήρου στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή στο σύνολο των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ανθρώπων που σχετίζονται με τον τόπο. Γιατί, μιλώντας για κενούς δημόσιους χώρους, δεν εννοώ χώρους αποκλεισμένους από ανθρώπινες αφηγήσεις, αλλά αντίθετα, χώρους που, όντας ήδη πρόχειρα κατοικημένοι, βιωμένοι από διαφορετικές (περιθωριακές) ομάδες, διατηρούν την ελευθερία και την ανοιχτότητά τους ως πεδία δυνατοτήτων και μετασχηματισμών. Σήμερα, στις νέες συνθήκες των αστικών «εθνο-τοπίων», τα αστικά κενά είναι άναρχες νησίδες συγκρούσεων μνήμης και επιθυμιών, ετεροχρονισμένες κοιλότητες υποδοχής απρόβλεπτων ιστοριών, όπου δεν κυριαρχεί κανένα κείμενο, κανένας κανονιστικός λόγος, πολεοδομικός ή καλλιτεχνικός.

Ενώ η αυτόνομη καλλιτεχνική πρακτική προτάσσει το λόγο του καλλιτέχνη, εκλαμβάνοντας το αστικό κενό ως αστική έκθεση, οι αστικές εκφωνήσεις φέρνουν μια ιδιάζουσα δυναμική που έγκειται στη δημιουργία συνθηκών συσχέτισης με τον άλλον και περιστάσεων συνεκφώνησης των πολλαπλών αφηγήσεων του άλλου. Η δυνατότητα αυτή ανατρέπει πλήρως τον τρόπο που μέχρι τώρα σκεφτόμασταν την οικονομία του έργου και τη δημιουργική διαδικασία. Ανατρέπει το παράδειγμα της a priori σύλληψης, προετοιμασίας του έργου από τον καλλιτέχνη ή την ομάδα καλλιτεχνών και την «εφαρμογή» του στο δημόσιο χώρο, είτε πρόκειται για αντικείμενο, είτε για δράσεις και έννοιες, και αντ’ αυτού προτείνεται ένα ανοιχτής έκβασης έργο που η διαμόρφωσή του εξαρτάται από τον φαντασιακό ορίζοντα των διανθρώπινων δράσεων και αντιδράσεων.3 Το έργο δεν εναποτίθεται στον κενό χώρο, αλλά τίθεται σε κίνηση και διαπραγμάτευση μέσα στις ρευστές, πολλαπλές και αντικρουόμενες γλωσσικές εκφορές που στοιχειώνουν το κενό. Με αυτή την έννοια, δεν παράγει ένα κλειστό σύνολο μορφών, ούτε ένα τελικό προϊόν που μετά είναι δυνατόν να κωδικοποιηθεί και να εκτεθεί ως προϊόν τέχνης – π.χ. σωματική δράση, ενέργημα στο χώρο, κ.λπ. – αλλά παράγει ζωντανά αρχεία επαφής με τον άλλον, συμφωνίες και συγκρούσεις διυποκειμενικοτήτων που επανεισάγουν στο επίπεδο του συμβολικού τις ίδιες τις περιστάσεις του αστικού κενού. Ο ρόλος της ομάδας του Αστικού Κενού θα ήταν εδώ ακριβώς να διαχειριστεί όλους τους δυνατούς τρόπους επαφής των υποθέσεων/ ιδεών/ ενεργημάτων με τους κατοίκους. Οι τρόποι αυτοί και οι συνεκφωνήσεις/ συνεργασίες/ συγκρούσεις που θα παράγουν, θα αποτελούν τελικά τις παραδειγματικές κατοικήσεις των αστικών κενών.

Είναι βέβαιο ότι η μοναδικότητα εκφοράς ενός λόγου ή μιας δράσης στο δημόσιο χώρο, όπως είναι ιστορικά διαμορφωμένη από το ρομαντικό ιδεώδες της ατομικής έκφρασης, δεν μπορεί πλέον να παράγει κοινά σημεία αναφοράς στα πολυ-εθνοτικά, υβριδικά τοπία της μητρόπολης. Όπως δεν μπορεί να παράγει σημεία αναφοράς και η τοπική δράση, αγνοώντας το γεγονός ότι οι νέες τοπικότητες παράγονται από τη γειτνίαση και αντιπαράθεση με το έτερο, με το υπερτοπικό. Η μετάβαση από το ιδεαλιστικό πλαίσιο των μονής κατεύθυνσης δράσεων στη διαχείρηση μορφών συλλογικότητας είναι μια πολιτική θέση με ιδιαίτερη σημασία για τον επαναπροσδιορισμό της δημόσιας τέχνης στο πλαίσιο των σημερινών μετασχηματισμών της πόλης, της πολιτικής και της έννοιας της κοινότητας. Είναι στρατηγική αντίστασης απέναντι στη θεαματική, εμπορευματική διάσταση της τέχνης που ανακυκλώνεται παγκόσμια μέσω των εκθέσεων, εστιάζοντας όχι στη δημιουργία νέων γλωσσών, – αίτημα της πολιτικά ριζοσπαστικής τέχνης του μοντερνισμού – αλλά στην οργάνωση ενός μικρο-χώρου ελευθερίας, στη διατήρηση ενός «κοινωνικού κενού» όπου επιχειρείται να υλοποιηθεί καλλιτεχνικά μια νέα ουτοπία επικοινωνίας. Στις υπερ-εθνικές και δια-πολιτισμικές πραγματικότητες των σύγχρονων πόλεων, όπου πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα κοινωνικής διάσπασης, περιχαράκωσης απέναντι στην ετερότητα, κρίσης εθνικής και ιστορικής ταυτότητας, ιδιωτικοποίησης του δημόσιου χώρου, το πρόβλημα που τίθεται είναι ακριβώς πώς να φανταστούμε την ανοιχτή πόλη ως άμεσο, ρευστό, αβέβαιο, υβριδικό χώρο συνεκφώνησης των ανθρώπινων αφηγήσεων. Και πώς να παρέχουμε ένα βήμα γι’ αυτό.

1. Michel de Certeau, Τhe Practice of everyday life, London: University of California Press, 1988.
2. Βλ. Panos Kouros, “Mnemeden: a net.performance of mnemonic conceptions”, στο: Sky Art Conference, M.I.T., Cambridge, Mass., 2004, p. 186-189.
3. Για την ανάπτυξη της έννοιας των διανθρώπινων δράσεων ως νέας ποιητικής αρχής, βλ. Dimos Dimitriou, Art after the networks communication media, http://www.idea.org.uk/cfront/workshop/dimos/art_after_the_networks.htm




Pages

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 19 other followers


%d bloggers like this: