Τέχνη της επανάχρησης ή επανάχρηση της τέχνης; Σημειώσεις για την πολιτική της επανάχρησης.

1

Δεν θα συζητήσω την επανάχρηση ως αρχιτεκτονική διατήρησης ιστορικών ή βιομηχανικών κτιρίων, ούτε τη λογική της επανάχρησης ως αισθητική συρραφής αποσπασμάτων στο σχεδιασμό. Προτείνω να σκεφτούμε την κοινωνική διαδικασία της επανάχρησης ως μέρος των πρακτικών παρέμβασης στα αστικά κενά και ερείπια, που συσσωρεύονται από τις εντεινόμενες, εξ’ αιτίας της κρίσης, αποδιαρθρώσεις υποδομών και κοινωνικών δεσμών. Πώς θα αξιοποιήσουμε τα ερείπια της κρίσης; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την υποβάθμιση της δημόσιας κουλτούρας και την αστική πολιτική που ασκούν ιδιώτες και επενδυτές; Τι θα κάνουμε με τα ερημωμένα κτιριακά αποθέματα του κέντρου των πόλεων; Τα άδεια κτίρια της κρίσης μας αναγκάζουν να σκεφτούμε τις πολιτικές δυνατότητες μιας «αδύναμης αρχιτεκτονικής»[1] τροποποίησης του υπάρχοντος αποθέματος. Ωστόσο, τα θεωρητικά εργαλεία στα οποία βασίστηκαν οι μέχρι τώρα αρχιτεκτονικές της επανάχρησης και τα οποία έχουμε κληρονομήσει από το μοντερνισμό (η αισθητική του αποσπάσματος, η ετερογένεια, η διαφορά, η επανανοηματοδότηση, η διασκευή) δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουμε τα σύνθετα προβλήματα συρρίκνωσης του δημόσιου χώρου.

 

2

Οι κατ’ εξοχήν τόποι όπου λειτουργεί σήμερα η λογική της επανάχρησης (εργασίες επαναδιαμόρφωσης χώρων, χρήσεων, εργαλείων) είναι οι παραγκουπόλεις και οι φαβέλες, εκεί όπου υπάρχουν πιεστικές ανάγκες διαβίωσης και οι άνθρωποι ανταποκρίνονται ταχύτατα στις περιστάσεις, εφαρμόζοντας απροσδόκητες και ευφάνταστες λύσεις, προσθέτοντας, επιδιορθώνοντας, τροποποιώντας ό,τι υπάρχει διαθέσιμο. Οι τροποποιήσεις αυτές γίνονται χωρίς αρχιτέκτονες. Με ποιόν τρόπο οι αρχιτέκτονες και οι καλλιτέχνες αξιοποιούν αυτή τη γνώση;

 

Μπορούμε να σταθούμε στο αισθητικό αποτέλεσμα της επανάχρησης, αποσυνδέοντας τις παραγόμενες μορφές από τις σύνθετες κοινωνικές διαδικασίες μέσα στις οποίες έχουν παραχθεί. Οι σχεδιαστές Campanas, για παράδειγμα, στο έργο διαμόρφωσης πολυτελούς κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας, σε ανάθεση του συλλέκτη Δάκη Ιωάννου, εμπνέονται από την αισθητική των παραγκουπόλεων, και γι’ αυτό θα δούμε μια κολόνα ή ένα τοίχο φαβέλας στους χώρους υποδοχής. Εδώ η επανάχρηση λειτουργεί ως στυλιστική ανακύκλωση μορφών που έχουν προκύψει σε διαφορετικές και ακραίες συνθήκες διαβίωσης. Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα είναι το έργο δημόσιας τέχνης Favela Café (2013) του καλλιτέχνη Tadashi Kawamata, ομοίωμα φαβέλας που στέγαζε καντίνα πολυτελείας στον εκθεσιακό χώρο της εμπορικής έκθεσης τέχνης Art Basel στη Βασιλεία της Ελβετίας. Η προκλητική αυτή αισθητικοποίηση της λογικής της επανάχρησης προκάλεσε την αυθόρμητη κατάληψη και αλλαγή της χρήσης του συγκεκριμένου χώρου από το κοινό, και τη βίαιη επέμβαση της αστυνομίας.

 

Ένα ανάλογο φαινόμενο αισθητικοποίησης της επανάχρησης συναντάμε στη σημερινή Αθήνα, σε αρχιτεκτονικά προγράμματα σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου υπό εξευγενισμό, όπως ο Κεραμεικός-Μεταξουργείο. Κυριαρχεί η επανάχρηση με μια περιορισμένη έννοια «οικολογικού» design που περιλαμβάνει αναδιατάξεις υπάρχοντος οικοδομικού υλικού για τη διαμόρφωση προσόψεων ή δαπέδων νέων κτιρίων. Ωστόσο, οι προτάσεις των αρχιτεκτόνων παραβλέπουν τη δυναμική και το εύρος της έννοιας της επανάχρησης, όπως σχετίζεται με τη μέριμνα για το δημόσιο χώρο και με τις ιδιαίτερες ανάγκες των κατοίκων ευάλωτων συνοικιών (περιθωριακές ομάδες, ρομά, μετανάστες, παλαιοί κάτοικοι με χαμηλό ενοίκιο, κ.λπ.). Οι αρχιτέκτονες γίνονται συνεργοί σε ιδιωτικά και κρατικά προγράμματα «αστικών αναπλάσεων» που βασίζονται στον εκτοπισμό των φτωχότερων στρωμάτων, στον κοινωνικό διαχωρισμό και στην ομογενοποίηση του δημόσιου χώρου (gate communities). Εδώ, όχι μόνο οι κάτοικοι δεν έχουν λόγο, αλλά οι  πιο ευάλωτοι από  αυτούς γίνονται τα αναλώσιμα αντικείμενα των επιχειρήσεων επανάχρησης του αστικού χώρου τους.

 

3.

Μια διαφορετική απάντηση είναι δυνατή αν επιμείνουμε στις κοινωνικές διαδικασίες που οδηγούν σε επανάχρηση. Η επανάχρηση στις οικονομίες των παραγκουπόλεων είναι μια πρακτική συλλογική, αυθόρμητη, ανεπίσημη και παράνομη. Συνδέεται σχεδόν πάντα με κουλτούρες περιθωριακές ή αγροτικές, κουλτούρες δηλαδή που διατηρούν διαδικασίες συλλογικής μετάδοσης της γνώσης. Η επανάχρηση μπορεί να ειδωθεί ως επιτελεστική διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ίδιοι οι κάτοικοι αναζητούν, δοκιμάζουν, επινοούν λύσεις, δουλεύοντας μαζί, αλληλοϋποστηριζόμενοι. Η επανάχρηση είναι μια διαδικασία ενδυνάμωσης της κοινότητας, δημιουργίας δημόσιας σφαίρας. Έχει μια έννοια κοινωνικής αειφορίας.

 

Ξαναγυρίζοντας στα έρημα, υποβαθμισμένα τοπία του κέντρου της Αθήνας και άλλων πόλεων, καταλαβαίνουμε ότι η επανάχρηση των άδειων κελυφών και ο σχεδιασμός ενός ενεργού, ανοιχτού, χωρίς αποκλεισμούς δημόσιου χώρου δεν είναι απλά ζήτημα αισθητικής ή οικολογικού σχεδιασμού, αλλά απαιτεί μια πιο σύνθετη αρχιτεκτονική δράση, που φέρει στο προσκήνιο νέες διαδικασίες εμπλοκής του αρχιτέκτονα με τους θεσμούς και τις κοινότητες που διαμορφώνουν τις πολιτικές, τις χρήσεις.  Η θέση που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι η επανάχρηση, ως σύνθετη διαδικασία που συνδέεται με τα πολιτικά ζητήματα ανάπλασης του κέντρου των πόλεων και διεκδίκησης του δημόσιου χώρου, προϋποθέτει ένα νέο διευρυμένο πεδίο σχεδιαστικής πράξης, ένα νέο προσανατολισμό της αρχιτεκτονικής-τέχνης προς την ανάπτυξη κοινωνικών πρότζεκτς που παρέχουν δυνατότητες ενδυνάμωσης και συμμετοχής των κοινοτήτων, άμεσης άσκησης του δικαιώματος στην πόλη, για την τροποποίηση καθημερινών μορφών ζωής. Εδώ επαναπροσδιορίζεται το επάγγελμα και η ευθύνη του αρχιτέκτονα, όπως και οι προτεραιότητες της εκπαίδευσης. Ο σχεδιασμός από κάτω προς τα πάνω και οι συμμετοχικές πρακτικές αποκτούν σήμερα μια επείγουσα προτεραιότητα, καθώς οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι επανασχεδιάζονται από ιδιώτες επενδυτές με την υποστήριξη του κράτους (δεν έχουμε παρά να δούμε τα σχέδια για το κέντρο της Αθήνας, τα επιχειρηματικά σχέδια για την περιοχή Κεραμεικού-Μεταξουργείου ή τα πρόσφατα γεγονότα της δημόσιας διεκδίκησης του πάρκου Gezi στην Κωνσταντινούπολη από τους κατοίκους).

 

Ας δούμε τα χαρακτηριστικά αυτού του νέου υβριδικού πεδίου πολιτισμικών παρεμβάσεων στο οποίο συμμετέχουν η τέχνη και η αρχιτεκτονική. Καταρχήν δεν πρόκειται για interdisciplinary αλλά για extradisciplinary προσεγγίσεις, που σημαίνει ότι οι σχετικές έρευνες υιοθετούν τη γλώσσα και τα εργαλεία του ενός πεδίου για να επηρεάσουν το άλλο. Για παράδειγμα, η ομάδα Decolonizing Architecture, χρησιμοποιεί αρχειακές μεθόδους της τέχνης που υποστηρίζονται από εργαστήρια, λεξικά και αρχεία για την μελλοντική επανάχρηση των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών. Οι τακτικές αυτές (συλλογικές και αρχειακές) προσβλέπουν σε χρήσεις και δεν είναι μόνο συμβολικές, σε αντίθεση με τα καλλιτεχνικά αρχεία που αναδιατάσσουν ερμηνείες και εκτίθενται σε μουσεία. Αυτό που η αρχιτεκτονική δανείζεται από την τέχνη είναι πρακτικές ακτιβισμού, αρχειακές, διαλογικές, συμμετοχικές. Μέχρι τώρα οι αρχιτέκτονες άφηναν έξω από το σχεδιασμό την πρακτική διαπραγμάτευσης του θεσμικού πλαισίου ή το σχεδιασμό της διαμεσολάβησης ανάμεσα στις δράσεις των κοινοτήτων και στις πολιτικές των θεσμών. Θα επιχειρούσα μια πρώτη στοιχειώδη κατάταξη τέτοιων extradisciplinary πρακτικών τέχνης-αρχιτεκτονικής, διακρίνοντας: α) νέες δράσεις σε θεσμικά πρωτόκολλα, σε τομείς όπως η οικονομία και η πολιτική, που παρέμεναν μέχρι τώρα εκτός σχεδιασμού, όπως οι εργασίες του Teddy Cruz στο σύνορο  San Diego και Tijuana ή οι «αστικές συνταγές» του Santiago Cirugeda, β) συμμετοχικές χωρικές πρακτικές καλλιτεχνών όπως της Marjetica Potrč στις φαβέλες του Καράκας, του Wodiczko με τους αστέγους της Νέας Υόρκης, του Theaster Gates στο Σικάγο, της Alicia Framis, κ.α., γ) συλλογικές εργασίες ομάδων αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών, όπως των Decolonizing Architecture, Temporary Services, κ.α., δ) μακράς διάρκειας τοπικές διαδικασίες παρέμβασης όπως το Park Fiction στο Αμβούργο, ή το πάρκο Ναυαρίνου και το Θέατρο Εμπρός στην Αθήνα.

 

4.

Η τάση της αρχιτεκτονικής να επανασυνδεθεί με τις επείγουσες καθημερινές ανάγκες, μετατοπίζοντας το ρόλο και τους στόχους της, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική σε σχέση με το κοινωνικό πεδίο, ενισχύεται από μια γενεαλογία αντι-αναπαραστατικής και συμμετοχικής τέχνης, η οποία τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτύξει μοντέλα και τρόπους δράσης στον πραγματικό κόσμο. Η μεγάλη σήμερα ανάπτυξη των κινημάτων καλλιτεχνών που δρουν στη δημόσια σφαίρα και που η εργασία τους είναι γνωστή ως «κοινωνική πρακτική», «αισθητική της συσχέτισης» (relational aesthetics) ή «κοινοτική τέχνη» προσδιορίζουν την αλλαγή παραδείγματος που στον τίτλο ονόμασα «επανάχρηση της τέχνης».

 

Μίλησα για τις φαβέλες. Το κατεξοχήν ίσως παράδειγμα αρχιτεκτονικής επανάχρησης του μοντερνισμού είναι η Νέα Βαβυλώνα του Constant (στο πλαίσιο του αρχιτεκτονικού, καλλιτεχνικού και πολιτικού κινήματος της Καταστασιακής Διεθνούς), όπου ο χώρος θα αλλάζει συνεχώς ανάλογα με τις ποικίλες επιθυμίες των απελευθερωμένων από την εργασία κατοίκων. Όμως, τα σημερινά πρότζεκτς τέχνης-αρχιτεκτονικής στα οποία αναφέρομαι κάνουν μια ιδιαίτερη «επανάχρηση» της έννοιας της ουτοπίας: δεν πρόκειται για μια ολική αφήγηση ανατροπής που μετατίθεται για το μέλλον, αλλά για σημειακές και επείγουσες παρεμβάσεις, που μπορούν να οργανωθούν εδώ και τώρα: εγκαταστάσεις τοπικών μικρο-δομών, ακτιβιστικές, διαλογικές εργασίες με τις κοινότητες, κ.α.

 

Η στροφή αυτή της τέχνης προς τη χρήση, αν και έχει μια πλούσια ιστορία ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, διαπλέκεται με νέο τρόπο στη σημερινή συνθήκη της παγκόσμιας κίνησης του κεφαλαίου και των άκρως συντηρητικών οικονομικών και κοινωνικών σχεδιασμών, μετατοπίζοντας τη συζήτηση στο είδος της σχέσης της αισθητικής με το πολιτικό. Ορίζει μια αλλαγή παραδείγματος, την οποία πολύ εύγλωττα παρουσιάζει η εμβληματική εικόνα της Arte Util της Tania Bruguera. Είναι καιρός γράφει η Bruguera να επανατοποθετήσουμε το ουρητήριο του Duchamp στην τουαλέτα. Η Arte Util σημαίνει όχι μόνο χρήσιμη τέχνη, αλλά και εργαλεία (tools) για το μετασχηματισμό της πραγματικότητας. Σήμερα η εννοιολογική τέχνη είναι στο μουσείο, και εννοιολογικές αισθητικές μορφές παράγονται συνεχώς από την βιομηχανία και την οικονομία της πληροφορίας. Γνωρίζετε την Κρήνη του Duchamp: ο Duchamp έθεσε ένα αντικείμενο εκτός κυκλοφορίας, το αχρήστευσε για να δείξει ένα νέο πεδίο για την τέχνη που δεν έχει σχέση με τη χειροτεχνία και το αντικείμενο, αλλά με την πληροφορία και την διατύπωσή της. Έδειξε με αυτόν τον τρόπο την παντοδυναμία του καλλιτέχνη αλλά μαζί και την παντοδυναμία ενός αυτοαναφορικού συστήματος τέχνης (το μουσείο, η ιστορία της τέχνης, ο συλλέκτης, η αγορά) που φιλοξενεί, αναδεικνύει, νομιμοποιεί την εκφορά του ισχυρού αυτού λόγου.

 

Η κυριολεκτική αυτή επανάχρηση, από το συμβολικό-εννοιολογικό-μουσειακό στο πραγματικό-δημόσιο-πολιτικό μας δείχνει ότι η τέχνη και η αρχιτεκτονική μπορεί να αφορούν το μετασχηματισμό των τρόπων (μορφών) ζωής των ανθρώπων και όχι απλώς την επανάχρηση εννοιών και αντικειμένων.

 

Διάλογοι #2 Επανάχρηση. Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Πατρών. 5.6.2013 (υπό δημοσίευση)

 

Tίτλοι Εικόνων

 

Εικόνα 1.  Tania Bruguera, Useful Art, Queens Museum of Art, 2010.

Εικόνα 2.  Κτίριο στο Μεταξουργείο που χρησιμοποιήθηκε ως εκθεσιακός χώρος κατά τη διάρκεια της έκθεσης Remap. Πάνος Κούρος, 2007.

 

Abstract

Art of the Reuse, or Reuse of Art?

Notes for the Political Condition of Reuse.

 

Taking as paradigmatic the emblematic gesture of Tania Bruguera to put Duchamp’s Fountain back to the toilet, I discuss the political aspect of reuse, in relation to the new turn of art-architecture towards the development of social projects that open possibilities of empowerment and community involvement, of exercising the right to the city, for the transformation of everyday forms of life.

 

The landscapes of reuse are today constructed without architects in the slums of the world. Their study allows us to think of the social process and not of the result of re-use, of the production of public sphere and not of the recombinatory design of fragments, which marked modern architectural theory. The emphasis on the political process of community production demands experimentation in an expanded field of design, which surpasses the autonomy of architecture, as we know it, as well as the symbolic, representational system of art.


[1] Για την θεώρηση ενός συμβολικά «ασθενούς κέντρου» φιλικής «αρχιτεκτονικής ερειπίου», βλ. Πάνος Κούρος, «Τέχνη-τεχνολογία και η φιλική συνθήκη του χώρου του αποχωρίσματος», Σήμα, Μαρ.-Απρ. 1993, σ. 36-45.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s


Pages

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 19 other followers


%d bloggers like this: